ἐναύλιος

ἐναύλ-ιος, α, ον, ([etym.] αὐλή)
A inside the court: ἐναύλιος (sc. θύρα), , the door leading into the house, τὴν ἐναύλιον ὠθῶν pushing it open, Com.Adesp.1203.6.
2 ἐναυλίαν (sc. ζωήν) ἄγοντες the inner life, Zos.Alch.p.229B.
3 ἐναύλιον, τό, haunt, abode,

Ἀστερόποιο Euph.51.11

;

Ἰοχεαίρης Nonn.D.41.147

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐναύλιος — inside masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εναύλιος — α, ο (Α ἐναύλιος, ον και ἐναύλιος, ία, και ίη ον) αυτός που αναφέρεται, ανήκει ή βρίσκεται στην αυλή αρχ. 1. «εναύλιος θύρα» 2. μτφ. εσωτερικός, ενδόμυχος, βαθύς 3. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἐναυλίη ο λαιμός τής μήτρας 4. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐναύλιον η… …   Dictionary of Greek

  • ἐναύλιον — ἐναύλιος inside masc acc sg ἐναύλιος inside neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναυλίας — ἐναυλίᾱς , ἐναύλιος inside fem acc pl ἐναυλίᾱς , ἐναύλιος inside fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναυλίαν — ἐναυλίᾱν , ἐναύλιος inside fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.